Τον Cormac McCarthy τον γνώρισα με το βιβλίο του Τέκνο του Θεού. Ένα μυθιστόρημα για τα βάθη και τα σκοτάδια της ανθρώπινης ύπαρξης. Ζοφερό, μακάβριο και συγκλονιστικό. Στην εισαγωγή του Παναγιώτη Κεχαγιά, του μεταφραστή, είχα μάθει λίγα παραπάνω για τον συγγραφέα.
Γεννημένος το 1933 στο Ρόουντ Άιλαντ και μεγαλωμένος στο Τενεσί, ξεκίνησε να γράφει το 1959 μυθιστορήματα, υπηρέτησε για κάποια χρόνια στην αεροπορία, δεν έδινε συνεντεύξεις, εκτός αν ήταν απαραίτητο, δεν έγραφε άρθρα, ήταν ένας ερημίτης. Δεν του άρεσε το σχολείο και έμεινε για μεγάλο διάστημα, με μία από τις συζύγους του, σε μια καλύβα χωρίς θέρμανση και νερό. Το 1999 απέκτησε τον γιο ο οποίος αποτέλεσε έμπνευση για το Δρόμο, στοιχείο που θα βρεις βαθιά συγκινητικό μόλις ολοκληρώσεις το βιβλίο. Έφυγε από τη ζωή το 2023.
Η συγγραφική του πορεία χωρίζεται σε τρεις φάσεις. Ο Δρόμος ανήκει στην τρίτη του και τελευταία περίοδο, εκδόθηκε το 2006, και οι περισσότεροι τον γνώρισαν μέσα από την ταινία του John Hillcoat, το 2009, με πρωταγωνιστή τον Viggo Mortensen. Ένας άντρας μαζί με το μικρό του γιο προσπαθούν να επιβιώσουν περπατώντας προς μια άγνωστη πορεία, κάπου προς το νότο, μαζί με τα ελάχιστα υπάρχοντά τους. Γύρω τους η απόλυτη ερήμωση. Ένα μετα-αποκαλυπτικό σκηνικό. Καμένος τόπος, πτώματα, ερείπια και σιωπή. Παραμένουν στη ζωή αξιοποιώντας οτιδήποτε μπορεί να τους φανεί χρήσιμο από σπίτια σε αποσύνθεση, που οι ιδιοκτήτες τους τα παράτησαν φεύγοντας προς άγνωστη πορεία ή που χάθηκαν μέσα σε αυτά και τα κορμιά τους έμειναν εκεί. Ένα όπλο στο χέρι του πατέρα είναι το μόνο που μπορεί να τους δώσει μια αίσθηση ασφάλειας. Προσπαθούν να περνούν απαρατήρητοι και να μη τους βρουν οι άλλοι, οι κακοί.
Οι δυο τους, μπαμπάς και γιος, είναι καλοί, ίσως οι τελευταίοι καλοί σε έναν κόσμο που τίποτα δεν θυμίζει καλό. Προσπαθούν να κρατήσουν τη φλόγα ζωντανή. Κάπου κάπου έχουν μνήμες της παλιάς ζωής, ημέρες “πρότυπα” ενός αλλοτινού και μακρινού κόσμου, που ξέρουν πως δεν θα επιστρέψει ποτέ ξανά, και προσπαθούν να τις παγώσουν για να αντέξουν το σκοτάδι.
Θυμόταν όλα της τα χαρακτηριστικά εκτός από τη μυρωδιά της. Καθόταν σ’ ένα θέατρο μ’ εκείνη στο πλάι του γερτή προς τα εμπρός ν’ ακούει τη μουσική. Χρυσές διακοσμήσεις, απλίκες, και οι ψηλές κιονοειδείς πτυχώσεις της αυλαίας δεξιά κι αριστερά της σκηνής. Εκείνη κρατούσε το χέρι του πάνω στα γόνατά της κι εκείνος ένιωθε την κορυφή των ψηλών καλτσών της μέσ’ από το λεπτό ύφασμα του καλοκαιρινού φορέματός της. Πάγωσε αυτό το στιγμιότυπο. Και τώρα ρίξε όσο σκοτάδι κι όσο κρύο θες, διάολε.
Η σκοτεινή πλευρά των πραγμάτων, ήρωες χωρίς καμιά ελπίδα (ή μήπως ήρωες που το μόνο που τους κρατά είναι η ελπίδα;) που παλεύουν γνωρίζοντας πως μάλλον θα αποτύχουν, το βιβλίο θυμίζει έναν εφιάλτη. Ένα κακό όνειρο από το οποίο πασχίζεις να ξεφύγεις, να ξυπνήσεις και να βρεθείς αλλού. Η αφήγηση είναι λιτή, δωρική, με μακροσκελείς ωστόσο περιγραφές, γεμάτη νοήματα και συγκλονιστικούς διαλόγους ανάμεσα στον πατέρα με τον γιο του. Προτάσεις μικρές αποτελούμενες από λέξεις βαριές, σαν πέτρα ή σίδερο, που πέφτουν με κρότο και αφήνουν το σημάδι τους για καιρό. Αγωνιώδες βιβλίο για την ελπίδα, τον άνθρωπο, τη φύση, τον πολιτισμό. Για το “συντριπτικό μαύρο κενό του σύμπαντος”, για να χρησιμοποιήσω λέξεις του ίδιου του συγγραφέα.
Λένε, και μπορώ να το πιστέψω, πως ο Δρόμος, που έχει κερδίσει το βραβείο Pulitzer το 2007 και κυκλοφορεί σε υπέροχη μετάφραση του Γιώργου Κυριαζή, είναι το πιο ευαίσθητο μυθιστόρημα του Cormac McCarthy. Σίγουρα, πάντως, είναι ένα μυθιστόρημα που σου θυμίζει περίτρανα πόσο ακραία σπουδαία μπορεί να είναι η λογοτεχνία.
Δεν του είχε περάσει από το μυαλό πως η αξία ακόμα και του μικρότερου πράγματος βασιζόταν στην ύπαρξη ενός μελλοντικού κόσμου.
Info Ο δρόμος, Cormac McCarthy Μετάφραση: Γιώργος Κυριαζής Εκδόσεις Gutenberg, 2024, σ. 269