Βιβλιοβόλτες: Αποσπερίτης, Νάυπλιο

Στη λεωφόρο Αμαλίας, στον αριθμό 30, σε έναν κεντρικό δρόμο του Ναυπλίου, θα βρεις τον Αποσπερίτη, ένα μικρό βιβλιοπωλείο φτιαγμένο με πολύ μεράκι, που άνοιξε οκτώ χρόνια πριν. Επέλεξα να εγκαινιάσω αυτή την ενότητα με το συγκεκριμένο βιβλιοπωλείο όχι τυχαία.

Την πρώτη φορά που αντίκρισα τον Αποσπερίτη ξαναθυμήθηκα για ακόμα μια φορά ότι τα σημαντικά δεν χρειάζεται να είναι και θορυβώδη. Κάτι που συνήθως το ξεχνάω κυρίως λόγω του τρόπου ζωής στην Αθήνα, εδώ όπου σχεδόν όλα είναι γεμάτα φασαρία, κίνηση, υπερβολή. Ο Αποσπερίτης, ήσυχα και διακριτικά, αποκαλύπτεται μπροστά σου καθώς κάνεις τη βόλτα σου στο Ναύπλιο και σε προσκαλεί να μπεις μέσα.

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 20200819_163826-1024x1024.jpg

Κι εσύ αποσπερίτη μου/του δειλινού ταιριάζεις/άδολα είναι τα μάτια σου/και μην τα κατεβάζεις/

Κάθε φορά που ταξιδεύω απολαμβάνω να αναζητώ τα βιβλιοπωλεία. Για κάποιο λόγο νιώθω ότι κάτι παίρνουν από το μέρος το οποίο βρίσκονται, όπως και κάτι του δίνουν. Ο Αποσπερίτης πήρε σίγουρα μπόλικη ομορφιά και αρχοντιά από το Ναύπλιο και έδωσε σε αυτό ένα ξεχωριστό καταφύγιο για τους βιβλιοφάγους. Είναι, αν δεν κάνω λάθος, το μοναδικό αμιγώς βιβλιοπωλείο της πόλης και αν περνάς από εκεί μη διστάσεις να κάνεις μια στάση. Θα αποζημιωθείς και με το παραπάνω!

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 20200816_101842-01-01-731x1024.jpeg

 

Λίγο πριν φύγω από τον Αποσπερίτη ρώτησα τον πολύ ευγενικό ιδιοκτήτη του να μου πει για ένα βιβλίο που του έχει κάνει θετική εντύπωση την χρονιά ετούτη. Η απάντησή του ήταν το Καΐκι, του Δημήτρη Χιλλ, από τις εκδόσεις Άγρα (2020). Γράφοντας αυτά τα λόγια, το βλέπω επάνω στο γραφείο μου, σχεδόν νιώθω να με κοιτάει και αυτό, και ανυπομονώ να το ξεκινήσω!

 

 

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου: 

Τον αντάμωσα τυχαία ένα απόγευμα. Πάνω από δεκαπέντε μέρες είχαν περάσει από τότε που τον είχα δει τελευταία φορά. Τα ρούχα του ήταν βρόμικα και μύριζαν ψαρίλα.
- Τί έπαθες, πού χάθηκες ;
- Δουλεύω σε καΐκι. Ψάχνω για πλήρωμα. Θες να ’ρθείς;
Έμεινα άφωνος.
- Δε θα κάνεις βαριές δουλειές. Μόνο τιμόνι, βάρδια το βράδυ και κανένα μαγείρεμα. Είσαι;
Φαινόταν αρκετά κουρασμένος και πολύ ενθουσιασμένος. Πρώτη φορά τον έβλεπα τόσο ομιλητικό και τόσο χαρούμενο, λες κι είχε βρει τη λύση για όλα του τα παιχνίδια, λες και οι σταυροί ήταν πια παρελθόν.
- Είμαι, απάντησα χωρίς να είμαι σίγουρος.
Θυμάμαι, το κόκκινο καΐκι μας ήταν το πιο όμορφο απ’ όλα. Όταν ξεκίναγε να βγει απ’ το λιμάνι, βουτούσε βαθιά τη μούρη του στη θάλασσα λες κι ήταν σκυθρωπό, κι όταν επέστρεφε, η πλώρη του στέκονταν όρθια λες κι ήταν περήφανο για την καλή ψαριά.


Η παρούσα έκδοση αποδίδει φόρο τιμής στον προγραμματικά αφανισμένο κόσμο των καϊκιών των ελληνικών θαλασσών.

Υ.Γ. Να μιλάτε με τους βιβλιοπώλες και να τους ρωτάτε τη γνώμη τους. Συνήθως κάτι ωραίο προκύπτει…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *