Τα αγαπημένα του 2025

Ήρθε, αισίως, εκείνη η στιγμή του χρόνου κατά την οποία γίνονται οι απολογισμοί. Ένας από τους αγαπημένους είναι εκείνος που μετράς τα ταξίδια που έκανες, τα μέρη που γνώρισες, τις ταινίες ή τις παραστάσεις που είδες, τις εκθέσεις που επισκέφτηκες και, φυσικά, τα βιβλία που διάβασες. Στέκεσαι, λοιπόν, μπροστά από τα ράφια, ψάχνεις από εδώ, ψάχνεις από εκεί. Φέτος σαν να δυσκολεύτηκα αρχικά να καταλήξω στο ποια ήταν τα αγαπημένα. Και αφού δίστασα, αποφάσισα να λειτουργήσω παρορμητικά. Να μη σκεφτώ πολύ. Και έτσι τοποθέτησα σε μια στοίβα όσα ήταν καλά αλλά σε μία άλλη όσα ήταν, για εμένα, συγκλονιστικά. Και ύστερα κάθισα να σκεφτώ τι ήταν αυτό που με ώθησε να ξεχωρίσω τα μεν από τα δε. Χωρίς πολλές αναλύσεις, απλά τι μου έμεινε από κάθε βιβλίο. Και, ναι, μου αρέσουν πολύ οι λίστες. 

Ο Φεβρουάριος είχε τη Λούσυ δίπλα στη θάλασσα (εκδόσεις Άγρα). Λίγο που αγαπώ την Elizabeth Strout, λίγο που το διάβασα σε μια δύσκολη περίοδο, λίγο που ζούσα και εγώ δίπλα στη θάλασσα, τα λίγο μαζεύτηκαν από παντού και έγιναν ένα μεγάλο πολύ. Με τα βιβλία της Strout νιώθω λιγότερο μόνη, όπως όταν κάποιος βάζει αυθόρμητα το χέρι του στο χέρι κάποιου άλλου για να ζεσταθεί, χωρίς να το πολυσκεφτεί.

Ο Μάρτιος είχε ένα βιβλίο για την απώλεια και τις μνήμες από έναν μεγάλο μυθιστοριογράφο. Ο Μπαουμγκάρντεν (εκδόσεις Μεταίχμιο), το πορτρέτο ενός μεγάλου σε ηλικία άντρα μετά το θάνατο της γυναίκας του, του Paul Auster με συγκίνησε βαθιά με την απλότητα, την ειλικρίνεια, την έμφαση στα μικρά και ήσυχα. Νιώθω ότι είναι σημαντικό όταν ξεχωρίζεις ένα βιβλίο και ας καταλαβαίνεις ότι δεν είναι το καλύτερο του συγγραφέα. 

Ο Απρίλιος είχε την ανάγνωση του Normal People (Faber & Faber) της Sally Rooney. Ενώ η σειρά δεν με ξετρέλανε, το βιβλίο με παρέσυρε. Το διάβασα στα αγγλικά, κατά τη διάρκεια ενός μήνα κατά τον οποίο έζησα σε μια μικρή πόλη της Αγγλίας, και βυθίστηκα στον νωχελικό κόσμο της Rooney, λάτρεψα κάθε λέξης της, τα βράδια αποζητούσα το βιβλίο, κάτι που δεν μου συμβαίνει συχνά πλέον. Δύο νέοι, όχι κανονικοί, σε έναν κόσμο, όχι κανονικό, που παλεύουν να καταλάβουν τι συμβαίνει μέσα τους και γύρω τους. Αλλά παλεύουν μαζί. Είναι μαζί όταν σμίγουν, μαζί και όταν χωρίζουν. Σώζουν ο ένας τον άλλον με τόσους πολλούς τρόπους. Κλείνοντας το βιβλίο σκέφτηκα ότι θα ήθελα να είχε γραφτεί όταν ήμουν στα είκοσι, να το διαβάζω τότε και να παρηγοριέμαι, να καταλαβαίνω ότι είναι εντάξει να μην είσαι κανονικός

Ο Μάιος είχε τον Άνθρωπο που έζησε υπογείως (εκδόσεις ωκυτόκια) του Richard Wright. Ένα βιβλίο που γράφτηκε το 1941 και κυκλοφόρησε το 2021. Μια ιστορία φυλετικής βίας. Ένα μυθιστόρημα που μπλέκει το ρεαλιστικό με το μη ρεαλιστικό, την λογική με τη παράνοια. Ένα βιβλίο που σε καθηλώνει με την οξυδέρκεια και τη δύναμη της αφήγησης. Και το πρώτο βιβλίο ενός νέου εκδοτικού που αξίζει να γνωρίσεις.

Ο Αύγουστος είχε τις Αντιαφηγήσεις (εκδόσεις Loggia) του John Keene. Μια συλλογή διηγημάτων που αξίζει να διαβάσεις για να θαυμάσεις τον αφηγηματικό πλούτο, τη δύναμη των λέξεων και της ιστορίας αλλά και τη δύναμη που έχει ένας συγγραφέας στα χέρια του εάν είναι καλός. Και ο Keene είναι κάτι παραπάνω από απλά καλός. Δεκατρία διηγήματα, και πιο συγκεκριμένα έντεκα διηγήματα και δύο νουβέλες, με συνδετικό κρίκο τη μαύρη Ιστορία της Βόρειας Αμερικής, γραμμένα όλα με διαφορετικό τρόπο, με ξεχωριστό ύφος και μορφή, γραμμένα από όχι συνηθισμένη σκοπιά. Ο συγγραφέας, γεννημένος το 1961, έχει καταφέρει κάτι αριστουργηματικό και, κυρίως, επαναστατικό.

Ο Σεπτέμβριος είχε το πιο πολυσέλιδο αλλά και πιο ενδιαφέρον βιβλίο της χρονιάς: Η σύντομη ιστορία επτά φόνων (εκδόσεις Αίολος) τα είχε όλα: δράση, ιστορία, μυθοπλασία, πολιτικές εντάσεις, συμμορίες, βία, ναρκωτικά, φυσικά τον Bob Marley και τόσα άλλα που χρειάζονται πολλές αράδες για να περιγραφούν. Οκτακόσιες σελίδες χωρίς καμιά περιττή λέξη, ένα πολυφωνικό μυθιστόρημα με επίκεντρο τη Τζαμάικα και ένα υπόδειγμα γραφής. Κάποτε, και το πιστεύω βαθιά, ο Marlon James θα θεωρείται κλασικός.

Και, τέλος, ο Δεκέμβριος είχε, ίσως το κορυφαίο βιβλίο της χρονιάς μου. Το Τανγκό του Σατανά (εκδόσεις Πόλις) του Ούγγρου νομπελίστα László Krasznahorkai, είναι ένα σπουδαίο, κλειστοφοβικό, ουσιαστικό μυθιστόρημα που διαβάζοντάς το νιώθεις στο δέρμα σου κάθε του λέξη, να σε καίει. Σε μια ουγγρική πεδιάδα που συνεχώς βρέχει, σε ένα εγκαταλελειμμένο χωριό, οι λιγοστοί, εξαθλιωμένοι κάτοικοι περιμένουν έναν “Μεσσία” να τους σώσει. Ελπίζουν, φοβούνται, πέφτουν, ξανασηκώνονται, ξαναπέφτουν. Ζοφερό και αμείλικτο.  

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *